Ιατρικές Πληροφορίες
  

Διάρροια

Διάρροια θεωρείται κάθε αύξηση του βάρους των κοπράνων πάνω από 250 gr το 24ωρο. Η διάρροια διακρίνεται σε οξεία και χρόνια. Οξεία είναι η διάρροια που έχει απότομη έναρξη και διαρκεί λιγότερο από δύο εβδομάδες. Διάρροια που διαρκεί πέραν των δύο εβδομάδων θεωρείται χρόνια. Τα συχνότερα αίτια της οξείας διάρροιας είναι ιοί, μικρόβια και οι τοξίνες τους, ενώ τα αίτια της χρόνιας διάρροιας είναι ποικίλα και έχουν ως εξής:

 
  • Ευερέθιστο έντερο
  • Σύνδρομα  δυσαπορρόφησης
  • Καρκίνος παχέος εντέρου
  • Κατάχρηση καθαρτικών
  • Χρόνιες ή υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του πεπτικού
  • Φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου
  • Φάρμακα
  • Ενδοκρινικά νοσήματα – Νευροενδοκρινείς όγκοι
  • Ακράτεια κοπράνων
 


Παθολογική φυσιολογία


 
Η συχνότητα των κενώσεων σε άτομα που λαμβάνουν δυτικού τύπου διαιτολόγιο κυμαίνεται από 1-3 ανά 24ωρο μέχρι τρεις ανά εβδομάδα. Η διάρροια από πλευράς παθοφυσιολογίας διακρίνεται σε τέσσερις τύπους.


Εκκριτική διάρροια. Οφείλεται στη δράση εξωγενών ή ενδογενών παραγόντων στον εντερικό βλεννογόνο με αποτέλεσμα την ενεργό έκκριση ύδατος και ηλεκτρολυτών στον αυλό του εντέρου.
Ωσμωτική διάρροια. Οφείλεται στην πρόσληψη με την τροφή ατελώς απορροφούμενων ωσμωτικά δραστικών ουσιών. 


Φλεγμονώδης διάρροια. Οφείλεται σε φλεγμονή του εντερικού βλεννογόνου με αποτέλεσμα την μείωση της απορροφητικής του ικανότητας.


Λειτουργική διάρροια. Οφείλεται σε διαταραχή της κινητικότητας του εντέρου, με κλασσικό εκπρόσωπο το ευερέθιστο έντερο.


Τα μικρόβια, οι ιοί και τα παράσιτα που προκαλούν διάρροια δρουν στον βλεννογόνο του λεπτού ή του παχέος εντέρου ή και των δύο.


Ορισμένα μικρόβια όπως ο S. Aureus, B. Cereus, C. Perfrigens, και C. Botulinum δρουν με προσχηματισμένες τοξίνες και με τη βρώση της μολυσμένης τροφής παρουσιάζεται διάρροια από την εξωτοξίνη και όχι από το μικρόβιο.


Άλλη ομάδα μικροβίων που ονομάζονται προσκολλητικά (V. Cholerae, E.Coli), όταν προσληφθούν με την μολυσμένη τροφή, προσκολλώνται στον βλεννογόνο του λεπτού εντέρου, πολλαπλασιάζονται και παράγουν εξωτοξίνη που είναι υπεύθυνη για το διαρροϊκό σύνδρομο.


Τέλος άλλη ομάδα μικροβίων που καλούνται διεισδυτικά (Shigella, Salmonella, Yersinia, Campylobacter, Aeromonas) διεισδύουν στον βλεννογόνο του εντέρου, πολλαπλασιάζονται και προκαλούν έντονη φλεγμονή με οίδημα και εξελκώσεις.


Η Giardia lamblia και ο Rotavirus προκαλούν φλεγμονή του βλεννογόνου του λεπτού εντέρου με βράχυνση ή επιπέδωση των λαχνών.




Επιδημιολογία 


 
Η οξεία διάρροια οφείλεται κατά κανόνα σε λοιμώδη αίτια όπως μικρόβια, ιοί και παράσιτα. Ο συνήθης τρόπος μετάδοσης είναι η εντεροστοματική οδός. Μετάδοση όμως μπορεί να προκύψει και από άτομο σε άτομο (Shigella) όπως επίσης και από κατοικίδια ζώα (Salmonella, Yersinia, Campylobacter). Επιδημίες από σαλμονέλλα έχουν περιγραφεί από βρώση ωμών αυγών και ατελώς μαγειρεμένων πουλερικών. Ο B. Cereus μεταδίδεται συνήθως με μολυσμένο ρύζι. Οι ιοί Rota είναι υπεύθυνοι για το 25% της οξείας διάρροιας στα παιδιά.


Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για την ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία οφείλεται σε φλεγμονή του βλεννογόνου του παχέος εντέρου από την εξωτοξίνη του C. Diffficile.


Η διάρροια των ταξιδιωτών είναι από τις συχνότερες μορφές οξείας λοιμώδους διάρροιας στον κόσμο. Υπολογίζεται οτι 20-30% των επισκεπτών της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής, της νοτιοανατολικής Ασίας και της νότιας Αμερικής νοσούν από διάρροια των ταξιδιωτών. Το συχνότερο μικρόβιο είναι τα εντεροπαθογόνα στελέχη Ε. Coli και ακολουθούν σε συχνότητα η Shigella, η Salmonella, και τα  Campylobacter.


Ο συχνότερος τύπος χρόνιας διάρροιας είναι η λειτουργική διάρροια του ευερεθίστου εντέρου, ενώ οι φλεγμονώδεις μη λοιμώδεις διάρροιες δεν είναι τόσο συχνές.


Ο καρκίνος του παχέος εντέρου περιλαμβάνεται στους τρεις συχνότερους καρκίνους σε άνδρες και γυναίκες και στο 30% εκδηλώνεται με διάρροια ή και τεινεσμό.


Τέλος, η κατάχρηση καθαρτικών είναι συνήθης αιτία χρόνιας διάρροιας στις ανεπτυγμένες χώρες.
 



Διάγνωση   



 
Ιστορικό

 
Tο ατομικό αναμνηστικό παρέχει σημαντικά στοιχεία για την διάγνωση της υποκειμένης νόσου.
Στην οξεία διάρροια η λήψη του επιδημιολογικού ιστορικού πρέπει να γίνεται με κάθε λεπτομέρεια. Αξιολογούνται πρόσφατα ταξίδια, η κατανάλωση τροφών σε εστιατόρια, η πρόσφατη λήψη αντιβιοτικών και τα συνοδά συμπτώματα του διαρροϊκού συνδρόμου όπως ο πυρετός, οι έμετοι, τα κοιλιακά άλγη και η αιματηρή πρόσμειξη των κοπράνων.


Στην χρόνια διάρροια το ιστορικό παρέχει αρκετά κριτήρια για την διάκριση της οργανικής από την λειτουργική διάρροια. Επεισόδια νυκτερινής διάρροιας υποδηλώνουν σχεδόν πάντοτε την παρουσία παθολογίας από το λεπτό ή το παχύ έντερο. Εμπύρετη χρόνια διάρροια υποδηλώνει είτε χρόνια εντερική λοίμωξη, είτε νεόπλασμα του παχέος εντέρου με ηπατικές μεταστάσεις ή τέλος ιδιοπαθές φλεγμονώδες νόσημα του εντέρου. Η παρουσία τεινεσμού υποδηλώνει οργανική πάθηση του ορθού ή του πρωκτού.


Απαραίτητο επίσης είναι και το λεπτομερές ιστορικό λήψης φαρμάκων και ιδιαίτερα καθαρτικών, όπως και η καταγραφή των εγχειρήσεων του πεπτικού που έχουν προηγηθεί.


Τέλος δεν πρέπει να διαφεύγει του ιστορικού η παρουσία νοσημάτων όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και ο υπερθυρεοειδισμός που συχνά παρουσιάζουν επίμονη χρόνια διάρροια.




Αντικειμενική εξέταση 
  

 
Η αντικειμενική εξέταση δεν προσφέρει θετικά ευρήματα στην οξεία διάρροια. Πρέπει να αναζητούνται σημεία αφυδάτωσης, χαμηλή αρτηριακή πίεση και ταχυκαρδία. Κατά την ακρόαση οι εντερικοί ήχοι είναι έντονοι. Η δακτυλική εξέταση του ορθού δεν πρέπει να παραλείπεται.


Στην χρόνια διάρροια η αντικειμενική εξέταση πρέπει να είναι λεπτομερής. Πρέπει να αναζητούνται στοιχεία αρθρίτιδας ή αρθροπάθειας, περιφερική νευροπάθεια, λεμφαδενική διόγκωση, ερυθρότης προσώπου (flushing) και πληκτροδακτυλία.


  
 
Εργαστηριακή διερεύνηση

 
Η μικροσκοπική εξέταση κοπράνων σε συνδυασμό με την παρασιτολογική και την καλλιέργεια είναι απαραίτητες στην περίπτωση που η οξεία διάρροια παρατείνεται πέραν των τριών ημερών και συνοδεύεται από πυρετό.


Ο συνήθης αιματολογικός και βιοχημικός έλεγχος είναι κατά κανόνα φυσιολογικός εκτός από λευκοκυττάρωση και αύξηση της ΤΚΕ στους ασθενείς με μικροβιακή λοίμωξη. Οι ηλεκτρολύτες, η ουρία και η κρεατινίνη είναι εξετάσεις που πρέπει πάντοτε να αναζητούνται. Η απλή ακτινογραφία κοιλίας πρέπει πάντοτε να αξιολογείται, ενώ η ενδοσκόπηση (ορθοσκόπηση, κολονοσκόπηση) δεν είναι απαραίτητη στη διαφορική διάγνωση της λοιμώδους διάρροιας. Εάν όμως η διάρροια παρατείνεται πέραν των τεσσάρων ή πέντε ημερών, η ενδοσκόπηση καθίσταται αναγκαία για την διαφορική διάγνωση μεταξύ λοιμώδους διάρροιας και διάρροιας από ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου.


Στην χρόνια διάρροια πολλές φορές είναι αναγκαία η διενέργεια, πέραν του συνήθους αιματολογικού και βιοχημικού ελέγχου, ειδικών και πολύπλοκων εξετάσεων όπως ο ανοσολογικός έλεγχος, το λίπος κοπράνων 24ώρου, η D-ξυλόζη, η στάθμη Β12 και φυλικού οξέος στο αίμα, ο έλεγχος ορμονών (Τ3-Τ4-TSH), η δοκιμασία εκπνεομένου υδρογόνου και η αναζήτηση αντισωμάτων για τον ιό HIV.
Στην διερεύνηση της χρόνιας διάρροιας σημαντικές πληροφορίες παρέχει ο ακτινολογικός έλεγχος του λεπτού εντέρου με την εντερόκλυση και του παχέος εντέρου με τον βαριούχο υποκλυσμό με διπλή σκιαγραφική αντίθεση.


Το υπερηχογράφημα άνω και κάτω κοιλίας, η αξονική τομογραφία και ο μαγνητικός συντονισμός (MRI) είναι απεικονιστικές εξετάσεις ιδιαίτερα χρήσιμες στην διαφορική διάγνωση του χρόνιου διαρροϊκού συνδρόμου.


Την μεγαλύτερη όμως ώθηση στην διαγνωστική προσέγγιση του χρόνιου διαρροϊκού συνδρόμου έχει δώσει η ενδοσκόπηση του ανωτέρου και κατωτέρου πεπτικού συστήματος (γαστροσκόπηση και κολονοσκόπηση), η οποία συνδυάζει την λεπτομερή επισκόπηση του βλεννογόνου του πεπτικού σωλήνα με την λήψη βιοψιών για ιστολογική εξέταση.




 

Θεραπεία


 
Εάν ο ασθενής δεν παρουσιάζει αφυδάτωση ή πυρετό, αφίεται χωρίς θεραπεία για 2-3 ημέρες, καθ’όσον η διάρροια στις περισσότερες περιπτώσεις υποχωρεί από μόνη της. Επί παρατάσεως όμως της διάρροιας και ειδικά εάν συνοδεύεται και από πυρετό είναι αναγκαία η θεραπευτική αντιμετώπιση. Πρέπει πάντοτε να γίνεται προσπάθεια προσδιορισμού και θεραπείας των αιτίων του διαρροϊκού συνδρόμου.




Γενικά μέτρα

 
  • Αντιμετώπιση αφυδάτωσης
  • Διόρθωση διαταραχών οξεοβασικής ισορροπίας και ηλεκτρολυτών
  • Αντιμετώπιση υποθρεψίας, ανεπάρκειας βιταμινών
 



Δίαιτα

 
Στην οξεία διάρροια τις πρώτες 24 ώρες δεν δίδεται τροφή και χορηγούνται μόνο υγρά. Ακολούθως προστίθενται συχνά μικρά μαλακά γεύματα ανάλογα με την ανοχή. Κατά την ανάρρωση προστίθενται εύπεπτες τροφές κατά προτίμηση βραστές και σε μικρά συχνά γεύματα. Θα πρέπει να αποφεύγονται τα ωμά λαχανικά, τα φρούτα, οι τηγανιτές τροφές, το γάλα, τα μη αποφλοιωμένα δημητριακά και ο καφές.


Στη χρόνια διάρροια οι διαταραχές της θρέψης κυμαίνονται από μηδαμινές έως πολύ σοβαρές. Εάν η υποκείμενη νόσος είναι γνωστή γίνεται προσπάθεια αντιμετώπισης (π.χ. δίαιτα ελεύθερη γλουτένης στην κοιλιοκάκη). Σε μερικούς ασθενείς που είναι έντονα καταβεβλημένοι δυνατόν να χρειασθούν συμπληρώματα διατροφής και εντερική ή παραντερική διατροφή. Θα πρέπει επίσης να αποφεύγονται  τα ωμά λαχανικά και φρούτα, το γάλα, τα μη αποφλοιωμένα δημητριακά και ο καφές.



 
Φάρμακα

 
  • Αντιβιοτικά για λοιμώδη – μικροβιακή διάρροια.
  • Σπασμολυτικά (αντιπερισταλτική δράση σε οξεία και χρόνια διάρροια). Μεμπεβερίνη 100 mg ανά 8ωρο.
  • Νιφουροξασίδη (Ercefuryl 200 mg ανά 8ωρο) για οξεία διάρροια.
  • Ανάλογα των ναρκωτικών: Διφαινοξυλάτη με ατροπίνη ( Lomotil) 2,5 mg ανά 6ωρο, λοπεραμίδη (Imodium) 2 mg 3-4 φορές το 24ωρο. Πρέπει να χορηγούνται με προσοχή και αφού έχει αποκλεισθεί το ενδεχόμενο οξείας χειρουργικής κοιλίας.
  • Ναρκωτικά (κωδεϊνη, μορφίνη) σε επιλεγμένες περιπτώσεις οξείας διάρροιας βαρειάς μορφής.
  • Αντικαταθλιπτικά σε ασθενείς με κατάθλιψη και χρόνια διάρροια ψυχογενούς αρχής.  
« επιστροφή