Ιατρικές Πληροφορίες
  

Σύνδρομο της Επίκτητης Ανοσοανεπάρκειας (AIDS)

Ορισμός

 

Το AIDS είναι μια χρόνια λοίμωξη που προκαλείται από τον ιό HIV. Ο ιός καταστρέφει σταδιακά το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού, με αποτέλεσμα να μειώνει την ανοσία σε άλλες λοιμώξεις και στους καρκίνους.

 

 

 

Παρόμοια Ορολογία

 

Σύνδρομο της Επίκτητης Ανοσοανεπάρκειας

 

 

 

Αιτιολογία   

 

Οφείλετε στον ιό HIV       

          

       

Το AIDS μεταδίδεται μέσω:

 

  • του αίματος (χρήση βελόνας, μετάγγιση)
  • του σπέρματος (σεξουαλική επαφή)
  • των κολπικών εκκρίσεων (σεξουαλική επαφή)
  • του σάλιου (η μετάδοση μέσω του σάλιου είναι εξαιρετικά σπάνια)
  • του μητρικού γάλακτος (θηλασμός).

 

 

Το AIDS δεν μεταδίδεται:

 

  • Από την καθημερινή, κοινωνική επαφή, τη χειραψία, το αγκάλιασμα, το απλό φιλί, τη συνάθροιση ατόμων
  • Από την τουαλέτα
  • Από τον ιδρώτα ή το σάλιο
  • Με τον Βήχα ή το φτάρνισμα
  • Από ρούχα, σκεπάσματα,
  • Από αντικείμενα κοινής χρήσης (πιάτα, ποτήρια και μαχαιροπίρουνα, τηλέφωνα)
  • Από την κοινή χρήση πλυντηρίων
  • Από τα ζώα
  • Από πισίνες ή τη θάλασσα
  • Από κουνούπια ή άλλα έντομα

 

 

 

Συμπτωματολογία

 

Τα αρχικά συμπτώματα του AIDS μοιάζουν με τα συμπτώματα της γρίπης και  οι περισσότεροι ασθενείς, θεωρούν ότι τα συμπτώματα αυτά οφείλονται σε ένα απλό κρυολόγημα και έτσι δεν γίνεται αρχικά η διάγνωση. Σε σπάνιες περιπτώσεις, η αρχική μόλυνση μπορεί να είναι σοβαρότερη και να προκαλέσει σοβαρή κλινική εικόνα γρίπης ή ακόμη μηνιγγίτιδα και να είναι αιτία εισαγωγής του ασθενούς στο νοσοκομείο.

 

 

Αυτά είναι τα εξής:

 

  • πονόλαιμος
  • πυρετός
  • κόπωση
  • πρησμένοι λεμφαδένες
  • πόνος στους μυς
  • εξάνθημα.

 

 

Το παράδοξο είναι ότι τα αρχικά αυτά συμπτώματα υποχωρούν μετά από λίγες εβδομάδες και οι ασθενείς παραμένουν φορείς του AIDS και νοσούν μετά από 1-14 χρόνια. Στο διάστημα αυτό μπορεί να εμφανίζουν κάποια από τα παρακάτω συμπτώματα:

 

  • ουλίτιδα
  • στοματικές λοιμώξεις
  • επίμονο πρήξιμο λεμφαδένων
  • επίμονο απλό έρπη
  • κονδυλώματα των γεννητικών οργάνων
  • φαγούρα και ξεφλούδισμα του δέρματος
  • απώλεια βάρους

 

Τα συμπτώματα εμφανίζονται περίπου ενάμιση μήνα μετά τη λοίμωξη

 

 

 

Ιατρικές Εξετάσεις - Διάγνωση

 

Η διάγνωση του AIDS γίνεται με αιματολογικές εξετάσεις. Επειδή, ωστόσο, υπάρχει περίπτωση τα αποτελέσματα της πρώτης εξέτασης να είναι ψευδώς αρνητικά, δηλαδή ο ασθενής να έχει προσβληθεί από τον ιό αλλά να μην φαίνεται, οι εξετάσεις πρέπει να επαναληφθούν μετά από τρεις μήνες.

 

 

 

Θεραπεία

 

Το AIDS, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται, αντιμετωπίζεται με τη χρήση συνδυασμών αντιρετροϊκών, αντι-ιικών και αντιβιοτικών φαρμάκων. Τα φάρμακα δεν σταματούν την εξέλιξη του ιού, αλλά μπορούν να την επιβραδύνουν σε μεγάλο βαθμό, ειδικά αν η διάγνωση είναι έγκαιρη.

 

 

Ενδείκνυται η θεραπεία για όλες τις HIV+  έγκυες;

 

Χωρίς θεραπεία, το 25% των νεογέννητων από HIV+ γυναίκες, θα έχει μολυνθεί με τον ιό. 

 

Ο σκοπός της θεραπείας είναι να μειωθεί το ιϊκό φορτίο με ταυτόχρονη ελαχιστοποίηση του κινδύνου εμφάνισης βλαβών στο έμβρυο από τα φάρμακα. 

 

 

 

Πότε θα πρέπει να αρχίζει η θεραπεία στη κύηση;

 

Εάν η έγκυος HIV+ δεν ελάμβανε προηγουμένως θεραπεία και είναι ασυμπτωματική, η θεραπεία αρχίζει την 14η εβδομάδα της κύησης. 

 

Εάν είναι συμπτωματική, θα επιλεχθεί ένα σχήμα προσέχοντας και τη δυνητική βλαπτική επίδρασή του στο έμβρυο. 

 

 

 

Για πόσο καιρό θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία τα νεογέννητα;

 

Όλα τα νεογέννητα HIV+ μητέρων, πρέπει να υποβάλλονται σε προφυλακτική αγωγή. 

 

Απ' ότι φαίνεται,  6 εβδομάδες θεραπείας μετά τη γέννηση, επαρκούν. 

 

Το νεογέννητο παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της ζωής. Εάν στις 6 εβδομάδες το βρέφος είναι ασυμπτωματικό, αλλά η κατάστασή του σε ότι αφορά τον HIV είναι ακόμη αβέβαιη, τίθεται σε προφυλακτική αγωγή για την Πνευμονία από p. carinii, μέχρι να τεθεί οριστική διάγνωση. 

 

Εάν το βρέφος έχει διαγνωσθεί σαν HIV+, μπορεί να αρχίσει θεραπεία με κάποιο σχήμα. Η επιλογή του σχήματος θα βασιστεί στο κλινικό στάδιο της λοίμωξης και τον βαθμό της ανοσοκαταστολής, καθ' όσον ο ρόλος του ιϊκού φορτίου στην επιλογή της θεραπείας στα νεογέννητα, δεν έχει διευκρινιστεί ακόμη. 

 

 

 

Προφύλαξη μετά από τυχαία έκθεση στον ιό

 

Θεραπεία μετά από τυχαία έκθεση στον ιό, συνιστάται μόνο εάν υπάρχει υψηλός κίνδυνος μόλυνσης. Ο κίνδυνος αυτός, εκτιμάται ότι είναι περίπου 0.3% μετά από τρύπημα με βελόνα, ενώ ο κίνδυνος μετά από τυχαία έκθεση των βλεννογόνων και του δέρματος με μολυσμένο αίμα είναι σημαντικά μικρότερος, περίπου  0.1% και    < 0.1%  αντιστοίχως. Ο κίνδυνος αυξάνεται εάν το τραύμα του δέκτη είναι βαθύ, εάν υπάρχει ορατό αίμα στο όργανο με το οποίο ήρθε σε επαφή, εάν το όργανο είχε προηγουμένως τοποθετηθεί ενδομυϊκά ή εάν το αίμα προήρχετο από ασθενή ο οποίος πέθανε από AIDS μέσα στις επόμενες 60 ημέρες από την έκθεση. 

 

 

 

Επιπλοκές

 

Οι πάσχοντες από AIDS εμφανίζουν ασθένειες που σχετίζονται με το AIDS, όπως:

 

  • βακτηριακές και ιογενείς λοιμώξεις (φυματίωση, ιοί του έρπητα)
  • ορισμένοι καρκίνοι (όπως το σάρκωμα Καπόζι, τα λεμφώματα)
  • διαταραχές νευρικού συστήματος (άνοια , σύγχυση, απώλεια μνήμης)

 

 

 

Πρόγνωση – Πρόληψη

 

  • με τη χρήση προφυλακτικού
  • με τον έλεγχο του αίματος που είναι προς μετάγγιση
  • με τη χρήση καθαρής σύριγγας για ενδοφλέβιες ενέσεις

 

Λογικό είναι ότι από τη στιγμή που δεν υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία, το μεγαλύτερο ρόλο στον αγώνα κατά του AIDS , παίζει η πρόληψη ή τουλάχιστον η επιβράδυνση του ρυθμού εξάπλωσης της επιδημίας. Απόλυτη προστασία απέναντι στο σεξουαλικό τρόπο μετάδοσης, δεν υπάρχει, εκτός βέβαια αν απέχουμε από κάθε σεξουαλική δραστηριότητα ή αν έχουμε μια απόλυτα πιστή μονογαμική σχέση. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση τα προφυλακτικά είναι ότι καλύτερο μπορούμε να συστήσουμε σήμερα. Δεν μηδενίζουν βέβαια τον κίνδυνο, εάν όμως χρησιμοποιηθούν σωστά και πάντα, η πιθανότητα μετάδοσης ελαχιστοποιείται. Θα πρέπει επίσης όλοι όσοι έχουν συμπεριφορά υψηλού κινδύνου, να την τροποποιήσουν. Οι τοξικομανείς φορείς του ιού, αποτελούν μια από τις κυριότερες πηγές μόλυνσης του ετεροφυλόφιλου πληθυσμού, γιατί μεταδίδουν τον ιό και στους σεξουαλικούς συντρόφους τους. Στην περίπτωση αυτή πρόληψη σημαίνει χρησιμοποίηση συρίγγων μιας χρήσεως.

 

Οι φορείς του ιού πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης για να μην κολλήσουν άτομα με τα οποία έρχονται σε επαφή και να ενημερώνουν πάντα το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.

« επιστροφή